Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2020

Η ξύλινη βαλίτσα

 Σε μια ξύλινη βαλίτσα

στοίβαξες φτώχεια και ορφάνια

και κίνησες απ'το χωριό σου

την ελπίδα οπουδήποτε γυρεύοντας.


Στο Καρπενήσι θέλησες

οικοδόμος να μάθεις

με τσιμέντο και τούβλα,

σκληρά υλικά,

την ζωή σου να χτίσεις

πάνω στα συντρίμμια

του οδυνηρού παρελθόντος.

Ο ίδιος, όμως αρνήθηκες να καλουπωθείς.


Έτσι, στην Καρδίτσα

μυήθηκες στην τέχνη του τσαγκάρη

δέρμα πάνω σε καλαπόδι

έφτιαχνες παπούτσια

μα για τον εαυτό σου κράτησες

όχι ζευγάρι αλλά μονό.


Το μαγαζί που άνοιξες

τάισε την οικογένειά σου,

έμπορος, όμως, δεν ήσουν

αλισβερίσια, παζάρια και καλοπιάσματα

απεχθανόσουν.


Προίκες και προξενιά

σπίτια και πανωπροίκια

τρεις αδερφές και δύο κόρες

κλήθηκες ν' αποκαταστήσεις.


Προξενιό ήταν και η μάνα μου

για σένα

Τα "σ' αγαπώ" τα 'χες ξοδέψει

στο εργένικο σεργιάνι σου,

γι'αυτό δεν φύλαξες

ούτε στερνό για δαύτην.


"Σ' αγαπώ"...

Άραγε, το 'ξερες; Να το 'χες πει ποτέ σου;

Από τα χείλη σου δεν τα άκουσε ποτέ

μήτε αδελφός, μήτε σύζυγος, μήτε κόρη

Μονάχα το 'νιωθα

κρατώντας με από μωρό

στο τριχωτό σου στέρνο.

Εκεί φώλιαζα. Εκεί ηρεμούσα

από μικρή στην αγκαλιά σου.

Το 'νιωθα στην ανάσα σου.

"Είσαι η ζωή μου" μου 'λεγες

"Το καμάρι μου", 

"ίδια η μάνα μου, η Σοφία

που μου την πήρε ο Θεός

στα πέντε μου

μετά από μια κηδεία"


Γι' αυτό δεν ήθελες τα μαύρα,

τις εκκλησιές και τα λιβάνια

"Μην κλάψεις" μου πες

"και μην μαυροφορεθείς

Την σειρά μου θα βγάλω.

Να μην λυπηθείς"


Μα η αγάπη της κόρης

γοερή προσευχή

το δάκρυ κυλά

χοή 

για τον εξαγνισμό 

της δικής σου, της δικής μου ψυχής!


Στην ξύλινη βαλίτσα σου

στρίμωξες αναμνήσεις, εμπειρίες

βάσανα, λύπες, χαρές και αμαρτίες.

Σ'αυτήν πάντα τα κλείδωνες

σε κανέναν ποτέ δεν τα εκδήλωνες.

Παντού με την ξύλινη βαλίτσα, 

Μα στο στερνό σου ταξίδι

την άφησες πίσω

 πικρή κληρονομιά.

 Το κλειδί της, βέβαια, το πήρες

 πιστεύοντας 

 πως είναι του Παραδείσου τα κλειδιά!



                                 Σοφία Αντωνόπουλου

                                 29/11/2020